δεῦκος

δεῦκος, εος, τό,
A = γλεῦκος, Sch.A.R.1.1037; Aetol. acc. to Sch. Nic. Th.625.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεύκος — δεῡκος ( ους), το (Α) το γλεύκος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για λ. πλασμένη από τους Σχολιαστές (βλ. και λ. αδευκής), παράλληλος τ. τού δευκής] …   Dictionary of Greek

  • δεῦκος — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεύκει — δεῦκος neut nom/voc/acc dual (attic epic) δεύκεϊ , δεῦκος neut dat sg (epic ionic) δεῦκος neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Deucalion — For other uses, see Deucalion (disambiguation). Deucalion from Promptuarii Iconum Insigniorum In Greek mythology Deucalion (pronounced /dj …   Wikipedia

  • POLLUX — Iovis et Ledae fil. frater Castoris, qui, cum immortalis esset (utpote eôdem ovô cum Helena prognatus) a Iove fertur petiisse, ut sibi cum fratre iam vitâ functo immortalitatem suam partiri liceret: qua re impetratâ, alternis vicibus mori… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αδευκής — ἀδευκής, ές (Α) 1. ο μη γλυκός, δηλ. ο πικρός, ο οδυνηρός, ο σκληρός 2. απρόβλεπτος, απροσδόκητος, απρόσμενος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., όπως αβέβαιη είναι γενικά και η σημασία του. Η σημ. «μη γλυκός, πικρός» οδηγεί σε ετυμολ. από ἀ στερητ. +… …   Dictionary of Greek

  • dl̥ku- (?) —     dl̥ku (?)     English meaning: sweet     Deutsche Übersetzung: ‘sũß”     Material: Gk. γλυκύς, γλυκερός ‘sweet”, γλυκκόν γλυκύ, γλύκκα ἡ γλυκύτης Hes. ( κκ from ku̯ ), γλεῦκος (late) “must, stum” (ablaut neologism); γλ from δλ because of… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.